forest-fire-Smartphonegreece

 

     Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας τονίζει ότι η σωματική επιβάρυνση από την υπερβολική ζέστη,  λόγω της κλιματικής αλλαγής, είναι πιθανόν να προκαλέσει 38.000 επιπλέον θανάτους σε ετήσια βάση παγκοσμίως, μεταξύ 2030-2050. Η προειδοποίηση διατυπώνεται, ενώ υψηλές θερμοκρασίες πλήττουν το βόρειο ημισφαίριο του πλανήτη και καταστροφικές πυρκαγιές σαρώνουν τη Σουηδία και τις ΗΠΑ.

Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι οιεπιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής συνεπάγονται :

  • υψηλότερες θερμοκρασίες,
  • πιο συχνά κύματα καύσωνα,
  • αυξημένους κινδύνους πυρκαγιών,
  • λειψυδρία.
  • ότι η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει το μοτίβο του καιρού και «πρέπει να προετοιμαστούμε ώστε να αντιμετωπίσουμε επιπλέον επιπτώσεις».

«Θα πρέπει να συνηθίσουμε αυτού του είδους τα καλοκαίρια» επισήμανε η Φρίντερικ Ότο, διευθύντρια στο Ινστιτούτο Περιβαλλοντικών Αλλαγών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Για τους ανθρώπους, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ τονίζουν ότι η σωματική επιβάρυνση από την υπερβολική ζέστη, που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή, είναι πιθανόν να προκαλέσει :

  • 38.000 επιπλέον θανάτους σε ετήσια βάση παγκοσμίως, μεταξύ 2030-2050.
  •  άνοδο των αυτοκτονιών. Στην έκθεση τονίζεται ότι εάν δεν περιοριστεί το φαινόμενο της υπερθέρμανσης του πλανήτη έως το 2050, ίσως  καταγραφούν επιπλέον 21.000 αυτοκτονίες, μόνο στις ΗΠΑ και στο Μεξικό.
  • κατακόρυφη άνοδο ασθενειών, αναπνευστικών και γενικών προβλημάτων υγείας.

«Τα κύματα καύσωνα είναι ολοένα και συχνότερα και αυτό πιθανόν οφείλεται στην κλιματική αλλαγή, διότι η θερμοκρασία του πλανήτη αυξάνεται» εξήγησε,  ο Σβεν Χάρμελινγκ, επικεφαλής κλιματικής αλλαγής της CARE International.

     Σχεδόν ένας στους τρεις ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο έχει ήδη εκτεθεί σε φονικά κύματα ζέστης και αυτός ο αριθμός θα αυξηθεί σε περίπου τους μισούς έως το 2100, ακόμα κι αν ο πλανήτης κινηθεί επιθετικά προκειμένου να επιτευχθεί μείωση των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, επισημαινόταν, άλλωστε, σε έρευνα του 2017 του Πανεπιστημίου της Χαβάης. Ίσως είναι πια αργά.