Φως στο ρωσικό σπήλαιο Ντενίσοβα, της νότιας Σιβηρίας, καθώς και στους μυστηριώδεις ομώνυμους προγόνους του ανθρώπου, ρίχνουν δύο νέες διεθνείς επιστημονικές έρευνες, στις οποίες επικεφαλής είναι μια Ελληνίδα ερευνήτρια. Η Κατερίνα Δούκα αποφοίτησε το 2004 από το Τμήμα Συντήρησης Αρχαιοτήτων του ΤΕΙ Αθήνας και στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, από όπου πήρε και το διδακτορικό της το 2011. Είναι επικεφαλής ερευνητικής ομάδας στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ για την Επιστήμη της Ανθρώπινης Ιστορίας και επισκέπτρια καθηγήτρια στη Σχολή Αρχαιολογίας της Οξφόρδης.
Το σπήλαιο Ντενίσοβα, είναι το μοναδικό γνωστό, στο οποίο έζησαν τόσο οι Νεάντερταλ, αλλά και τα «ξαδέρφια» τους, οι Ντενίσοβα, πριν από τουλάχιστον 200.000 έως 50.000 χρόνια. Δεν αποκλείεται η κατοίκηση του σπηλαίου,να είχε αρχίσει ακόμη και πριν 300.000 χρόνια.
Η ανακάλυψη ενός οστού από δάχτυλο κοριτσιού στο σπήλαιο,το 2010, έφερε επανάσταση στην παλαιοανθρωπολογία καθώς η γενετική ανάλυση αυτού του οστού και άλλων απολιθωμάτων οστών και δοντιών που βρέθηκαν στο ίδιο σπήλαιο, αποκάλυψε ότι δεν προέρχονταν ούτε από «έμφρονα» άνθρωπο (Homo sapiens) ούτε από Νεάντερταλ, αλλά από το γένους Homo, που ονομάσθηκε Ντενίσοβα (από το όνομα του σπηλαίου).Οι μετέπειτα αναλύσεις έδειξαν ότι αρκετοί σύγχρονοι Ασιάτες φέρουν ακόμη στο γονιδίωμά τους και DNA από τους μυστηριώδεις Ντενίσοβα, για τους οποίους ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά.
Αναλύοντας πολλά από τα έως τώρα απολιθώματα που έχουν βρεθεί στο σπήλαιο, η κα Δούκα και οι συνεργάτες της συμπέραναν ότι, με βάση το αρχαιότερο απολίθωμα, οι Ντενίσοβα ήταν παρόντες στην εν λόγω τοποθεσία πριν από 195.000 χρόνια. Οι ερευνητές χρονολόγησαν και τα απολιθώματα Νεάντερταλ που έχουν βρεθεί στο ίδιο σιβηρικό σπήλαιο και εκτίμησαν ότι είναι ηλικίας 80.000 έως 180.000 ετών.Παραμένει ασαφές τι είδους συγκατοίκηση υπήρξε μεταξύ Νεάντερταλ και Ντενίσοβα, οι οποίοι «συναντήθηκαν» στο σπήλαιο πριν από περίπου 100.000 χρόνια. Πάντως οι γενετικές αναλύσεις έχουν δείξει ότι ανάμεσα στους υπήρξαν επιμειξίες.
Το σπήλαιο είχε ανακαλυφθεί το 1977 από τον Ρώσο (σοβιετικό τότε) παλαιοντολόγο Νικολάι Οβόντοφ,είναι μεγάλο και πολύπλοκο, καθώς διαθέτει πολλούς διαδοχικούς θαλάμους διαφόρων μεγεθών, με τον μεγαλύτερο να έχει διαστάσεις 9 επί 11 μέτρων και ύψος 10 μέτρων.