e-shopping-SmartphonegreeceΤο 35% των αναφορών που διαχειρίστηκε η Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του Καταναλωτή» το 2018 αφορούσε εξ αποστάσεως συναλλαγές, σημείωσε η αναπληρώτρια Συνήγορος Καταναλωτή Δρ. Αθηνά Κοντογιάννη.

Σύμφωνα με τον «Συνήγορο του Καταναλωτή» : «οι συνθήκες της οικονομικής κρίσης καθιστούν τους καταναλωτές πιο επιρρεπείς σε παραπλανητικές προσφορές και δωρεάν παροχή υπηρεσιών και προϊόντων ή παροχές όπου το αντάλλαγμα είναι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Οι ευάλωτοι καταναλωτές αποφασίζουν πολύ εύκολα, προκειμένου να αποκτήσουν ένα δωρεάν δείγμα από ένα προϊόν ή μια δοκιμαστική υπηρεσία ή έστω μια έκπτωση, να γνωστοποιήσουν σε εταιρείες τον αριθμό του κινητού τους τηλεφώνου, το e-mail τους κλπ. ή να συναινέσουν ανεπιφύλακτα στη λήψη εμπορικών προωθητικών ενημερώσεων κάθε είδους, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι έχουν πληρώσει πολύ ακριβά το «δώρο» ή την έκπτωση. Και φυσικά, στη συνέχεια, βομβαρδίζονται, με ή χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση από προωθητικές κλήσεις, μηνύματα και spamming mails. Ή ανακαλύπτουν μετά την ανάλωση του δώρου ότι έχουν δεσμευθεί σε επαχθείς και μακράς διάρκειας συμβάσεις παροχής υπηρεσιών».

Στη συνέχεια παρέθεσε παραδείγματα από την εμπειρία αναφορών από καταναλωτές στον Συνήγορο του Καταναλωτή και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Καταναλωτή Ελλάδας:

Το 2018 και το 2019 ο Συνήγορος του Καταναλωτή και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Καταναλωτή Ελλάδας δέχθηκαν αναφορές καταναλωτών για μεμονωμένα ηλεκτρονικά καταστήματα που:

  • δεν παραδίδουν το προϊόν που παραγγέλθηκε
  • παραδίδουν σκοπίμως προϊόντα, χωρίς τις συνομολογημένες ιδιότητες, π.χ. παπούτσια σε διαφορετικό νούμερο από το παραγγελθέν, οπότε, όταν ο καταναλωτής τα επιστρέφει για να λάβει το προϊόν της επιλογής του, χάνει, τελικά, και τα χρήματα που κατέβαλε (εκτός εάν ευοδωθεί η διαδικασία της αμφισβήτησης συναλλαγής) και το προϊόν.
  • συνήθης πρακτική, στις περιπτώσεις αυτές, είναι η μετεγκατάσταση του ηλεκτρονικού καταστήματος, μετά από 6 μήνες -1 έτος δραστηριότητας, σε άλλο κράτος μέλος, τις περισσότερες φορές σε όμορες Βαλκανικές χώρες, όπου οι έλεγχοι για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές δεν είναι πάντοτε εντατικοί.
  • η  νέα επωνυμία συνηθίζεται, αλλά με την ίδια έδρα, το ίδιο τηλέφωνο ή τον ίδιο νομικό εκπρόσωπο, ώστε να συνεχισθεί η παράνομη εμπορική δραστηριότητα, με περιορισμένο τον κίνδυνο συσχετισμού των δύο εταιρειών.
  • οι πωλήσεις των προϊόντων γίνονται σε κάποιες περιπτώσεις μέσα από ιστοσελίδες στις περισσότερες περιπτώσεις, όμως, μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (ιδίως facebook και Instagram).
  • κάποιες από τις πραγματοποιηθείσες συναλλαγές αφορούσαν προϊόντα που φαίνονταν ως γνήσια από τις φωτογραφίες που προβάλλονταν, προσφέρονταν σε ιδιαίτερα δελεαστικές τιμές και, τελικά, είτε δεν παραδίδονταν καθόλου είτε οι καταναλωτές παραλάμβαναν προϊόντα απομίμησης χαμηλής ποιότητας.

Η αναπληρώτρια Συνήγορος Καταναλωτή σημείωσε ότι, εκτός από το παρεμπόριο,  τα εν λόγω ηλεκτρονικά καταστήματα ή προφίλ δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις πληροφόρησης του ν. 2251/1994 ούτε του Κώδικα Καταναλωτικής Δεοντολογίας για το Ηλεκτρονικό Εμπόριο που ορίζουν ότι στην ιστοσελίδα θα πρέπει να αναφέρεται η ταυτότητα του προμηθευτή (επωνυμία), η γεωγραφική του διεύθυνση, τηλέφωνο επικοινωνίας, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ΑΦΜ, αριθμός καταχώρησης στο ΓΕΜΗ αν εδρεύει στην Ελλάδα,  βασικές πληροφορίες για την εμπορική πολιτική του (κόστος μεταφορικών, πρόσθετες χρεώσεις, φόροι και τέλη κλπ.), καθώς και αναφορά στο δικαίωμα υπαναχώρησης.

Όμως, ακόμη και αν διακοπεί η λειτουργία της επιχείρησης είτε παραμένει η ιστοσελίδα και το προφίλ της ενεργό είτε επανέρχεται με νέο προφίλ και νέα ιστοσελίδα. Αν δε, πρόκειται για επιχείρηση που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. δεν είναι δυνατό να εφαρμοσθούν ούτε οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 2251/1994, αλλά πρέπει να γίνει μια χρονοβόρα διασυνοριακή συνεργασία με αμφίβολα αποτελέσματα».

Για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των περιπτώσεων που αναφέρθηκαν παραπάνω, σημαντική αναμένεται να είναι η συμβολή του νέου Κανονισμού 2017/2394 σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών ο οποίος θα αρχίσει να εφαρμόζεται από τις 17 Ιανουαρίου 202 και αφορά:

-Διεξαγωγή επιτόπιων επιθεωρήσεων, mystery shopping, συλλογής στοιχείων (π.χ. χρηματοοικονομικών ροών, ροών δεδομένων, στοιχείων ταυτότητας ιδιοκτητών των διαδικτυακών τόπων και άλλων κατά νόμον υπευθύνων)

-Επιβολή κυρώσεων, όπως πρόστιμα, αλλά και δεσμεύσεων για τη μελλοντική συμμόρφωση των εμπόρων.

-Αποτελεσματική παύση και παράλειψη στο μέλλον των κάθε είδους πρακτικών που παραβιάζουν την καταναλωτική νομοθεσία.

-Οι παραπάνω ελάχιστες αρμοδιότητες, τόσο οι ερευνητικές όσο και οι αρμοδιότητες επιβολής, μπορούν να ασκούνται είτε από τις ίδιες τις αρμόδιες διοικητικές αρχές υπ’ ευθύνη τους, είτε με προσφυγή σε άλλες αρχές είτε με διαβίβαση εντολών σε εντεταλμένους φορείς, π.χ. επιθεωρητές ελεγκτές, είτε, ακόμη, με αίτηση στις δικαστικές αρχές (άρθρο 10 του Κανονισμού).

Οι προαναφερθείσες κυρώσεις δεν ισχύουν μόνο για το ηλεκτρονικό εμπόριο, αλλά αφορούν κάθε ουσιώδη παράβαση της καταναλωτικής νομοθεσίας.

Για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητα της παρέμβασης κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική η συμμόρφωση στην οποία έχουν κληθεί από την Ε.Ε. οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης Facebook, Twitter και Google+ για την προστασία των καταναλωτών από διαδικτυακές απάτες και αθέμιτες συμπεριφορές ηλεκτρονικών καταστημάτων που προβάλλονται από αυτές.

 

 

 

via