Ο Μπορίς Παστερνάκ (Boris Pasternak) ήταν Ρώσος ποιητής και πεζογράφος, γνωστός για το μυθιστόρημά του «Δόκτωρ Ζιβάγκο». Γνωστός επίσης και για τα προβλήματα που αντιμετώπισε από το κομμουνιστικό καθεστώς της πατρίδας του. Τιμήθηκε το 1958 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για «τα σημαντικά του επιτεύγματα, τόσο στη σύγχρονη λυρική ποίηση, όσο και στον τομέα της μεγάλης ρωσικής επικής παράδοσης». Αρχικά αποδέχτηκε το βραβείο Νόμπελ, αλλά στη συνέχεια το αποποιήθηκε, ύστερα από πιέσεις των σοβιετικών Αρχών.

Ο Μπόρις Λεονίντοβιτς Πάστερνακ γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1890 στη Μόσχα, παιδί μιας καλλιεργημένης εβραϊκής οικογένειας. Ο πατέρας του Λεονίντ Πάστερνακ ήταν καθηγητής καλών τεχνών και είχε φιλοτεχνήσει τα πορτρέτα του Λέοντος Τολστόι, του Ράινερ Μαρία Ρίλκε και του Σεργκέι Ραχμάνινοφ, οι οποίοι σύχναζαν στο σπίτι του, καθώς και του Λένιν. Μητέρα του ήταν η πιανίστρια Ρόζα Κάουφμαν.

Ο νεαρός Μπόρις σκόπευε να ακολουθήσει καριέρα μουσικού, παρότι ήταν ταλαντούχος ποιητής, αλλά διέκοψε τις σπουδές του για να μελετήσει φιλοσοφία. Λόγω της εύθραυστης υγείας του, απαλλάχθηκε από τη στρατιωτική θητεία και κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου εργάστηκε σε χημικό εργοστάσιο στα Ουράλια. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917) εργάστηκε στη βιβλιοθήκη του Σοβιετικού Κομισαριάτου (Υπουργείου) Παιδείας. 

Το 1914 εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του, τη χρονιά που γνώρισε κι έγινε φίλος με τον φουτουριστή ποιητή Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Την ίδια περίοδο επηρεάστηκε από τους Φουτουριστές της ομάδας «Τσεντριφούγκα». Μεγάλη αίσθηση προκάλεσε το 1917 με το έργο του «Πέρα από τα φράγματα» (Poverkh baryerov), ενώ το 1922 με το «Αδελφή μου ζωή» (Sestra moya zhizn) αναγνωρίστηκε ως ένας μεγάλος νέος λυρικός ποιητής. Τα ποιήματα αυτής της εποχής ήταν επηρεασμένα από τους συμβολιστές και γνώρισαν μεγάλη επιτυχία, παρά το γεγονός ότι με τα ρωσικά μέτρα ήταν πολύ πρωτοποριακά και εσωστρεφή.

Είχε μεταφράσει έργα των ποιητών της γενέτειράς του Γεωργίας. Για να κερδίζει τα προς το ζην μετέφραζε έργα των Σέξπιρ, Γκέτε, Βερλέν, Ρίλκε κ.ά. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος του έδωσε την αφορμή να εκδώσει τις συλλογές πατριωτικών ποιημάτων «Τα πρωινά τρένα» («Na rannikh poezdakh», 1943) και «Γήινες εκτάσεις» («Zemnoy prostor», 1945).

Το 1956 ο Παστερνάκ υπέβαλε με πολλές ελπίδες το χειρόγραφο του μυθιστορήματος «Δόκτωρ Ζιβάγκο» στο μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό της Μόσχας «Novy Mir» («Νέος Κόσμος»), αλλά το έργο απορρίφθηκε, με την κατηγορία ότι συκοφαντούσε την Οκτωβριανή Επανάσταση, την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και τον σοβιετικό λαό.

Ο Γιούρι Ζιβάγκο είναι ευαίσθητος και ποιητικός σχεδόν έως το σημείο του μυστικισμού. Στην ιατρική σχολή, ένας από τους καθηγητές του του θυμίζει ότι τα βακτήρια μπορεί να είναι όμορφα κάτω από το μικροσκόπιο, αλλά κάνουν άσχημα πράγματα στους ανθρώπους. Ο ιδεαλισμός και οι αρχές του Ζιβάγκο στέκονται ως αντίθεση στην ωμότητα και την φρίκη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, της Ρωσικής Επανάστασης και του συνακόλουθου Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου. Ένα από τα μείζονα θέματα του μυθιστορήματος είναι πως ο μυστικισμός και ο ιδεαλισμός καταστρέφονται τόσο από τους μεν και από τους δε με τον ίδιο τρόπο, καθώς και τα δύο μέρη διαπράττουν φρικιαστικές ωμότητες. Ο Γιούρι βίωσε την απομόνωση και άλλες κτηνωδίες που υπέφεραν αθώοι πληθυσμοί πολιτών κατά την διάρκεια της αναταραχής. Ακόμα και την αγάπη της ζωής του, τη Λάρα, την πήραν μακρυά του.

Doctor Zhivago